Από το Blogger.

Η Κυρία με τα Θαύματα

Μονόλογος, περί Θαυμάτων

  Περίμενα τις προάλλες τη σειρά μου στον γιατρό ο οποίος ήταν -όπως πάντα- καθυστερημένος. Έτσι είχε ξεκινήσει εδώ και ώρα εκείνη η ψιλή κουβεντούλα μεταξύ των παρευρισκομένων που συνήθως περιστρέφονταν γύρω από αρρώστιες, όπου συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο για το ποιος είναι ο πιο άρρωστος και ποιος παίρνει τα περισσότερα φάρμακα λες και αυτό θα άλλαζε κάπως την κλινική τους κατάσταση. Όλοι μας, περίπου δέκα νοματαίοι κάθε ηλικίας, ακουμπισμένοι με την πλάτη στον τοίχο του διαδρόμου του δευτέρου ορόφου της πολυκατοικίας, έξω από το ιατρείο, σε έναν χώρο 2 χ 2.

  Κοιτούσα το πλακάκι του δαπέδου ακολουθώντας νοερά τους αρμούς, γιατί δεν νιώθω καλά σε τόσο στενές επαφές κι όπως δεν θέλω να εισβάλουν στον δικό μου χώρο έτσι πίστευα πως η όποια οπτική επαφή με τους ομιλητές θα με έβαζε στον δικό τους προσωπικό χώρο, κάτι με το οποίο δεν αισθανόμουν διόλου άνετα. Έτσι απέφευγα να κοιτώ ψηλά, είχα ωστόσο αντίληψη του ποιος μιλά και τον έκανα εικόνα στο νου μου, είχα μάλιστα ήδη ταξινομήσει τον καθένα από τον τρόπο που μιλούσε σε κατηγορίες: ο φανφάρας, ο "κατάλαβες" (γιατί με κάθε φράση του επαναλάμβανε τη λέξη "κατάλαβες;"), η "μη μου απ του", η χωριάτα, ο "δε με μέλει" και πάει λέγοντας.
  Υπήρχε και μία κυρία που μου έκανε εντύπωση και περίμενα σχεδόν με ανυπομονησία να ξεστομίσει την επόμενη φράση της. Δεν την είχα δει όταν έφτασε και ντράπηκα να σηκώσω το βλέμμα και να παρατηρήσω την εμφάνισή της όταν ξεκίνησε να μιλάει για πρώτη φορά. Τα λόγια της έβγαιναν σχεδόν τραγουδιστά, σιγανά κι απαλά σαν θρόισμα του ανέμου. Διέκρινα για λίγο μόνο το κουτεπιέ των παπουτσιών της και την άκρη της φούστας της κι αυτή ήταν η μόνη οπτική επαφή που είχα ως εκείνη τη στιγμή μαζί της. Παλιομοδίτικα, καφέ, δετά γοβάκια φορούσε σε δυο καλαμάκια πόδια που η γκρι πλισέ της φούστα τα έκανε να φαίνονται ακόμη πιο αδύναμα· τα άλλα έμειναν στη φαντασία μου να τα σχεδιάσει.
  Η "Κυρία με τα Θαύματα", όπως την ονόμασα, μιλούσε μόνο για θαυμαστά πράγματα που της είχαν συμβεί: Πως σώθηκε από βέβαιο θάνατο σε αυτοκινητιστικό, πως έφτασε στην Ανάσταση στο χωριό της στην ώρα της παρόλο που είχαν αργήσει να ξεκινήσουν το ταξίδι, πόσο θαυματουργά περπάτησε προς το τάμα της για να το εκπληρώσει, και άλλα διάφορα παρόμοιας μεταφυσικής.
  Σκέφτηκα αμέσως πως θα ήταν σίγουρα πολύ σπουδαίος και καλός άνθρωπος για να της έχουν συμβεί τόσα υπέροχα και θαυμαστά πράγματα. Θα πρέπει να ήταν στα μάτια του Θεού ξεχωριστή. Αυτές ήταν οι πρώτες μου σκέψεις, κι ύστερα ακολούθησε βεβαίως η αμφιβολία.
- Είχε, μήπως, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της;
- Ήταν τόσο ελαφρόμυαλη ώστε να πιστεύει πως της συμβαίνουν τόσα θαύματα τη στιγμή που άλλοι άνθρωποι παρακαλούν για ένα θαύμα που στη ζωή τους δεν έρχεται ποτέ;
- Ήταν απλά μία μανιακή των παραφυσικών φαινομένων;
  Τέτοιες και άλλες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου δίχως να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Ό,τι και να ήταν στην τελική, μέσα σε αυτή τη λίγη ώρα που είχα για να τη γνωρίσω μέσα από τις ιστορίες της, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση.

  Ο γιατρός επιτέλους ήρθε, μπήκαμε στο ιατρείο κι όλοι πήραν από μία θέση στους καναπέδες ολόγυρα. Εγώ στάθηκα όρθια στη σειρά μου μπροστά στη γραμματεία τείνοντας το βιβλιάριο στη σύζυγο του γιατρού και γραμματέα του για να μου γράψει τα φάρμακα: ήμουν η πρώτη που είχα έρθει, όπως πάντα. Τότε μόνο ήταν που διαπίστωσα πως η Κυρία των Θαυμάτων με διαπερνούσε με τα γαλανά της μάτια. Δεν είχε προλάβει θέση και στέκονταν όρθια δίπλα στη πόρτα, οπότε αναγκαστικά θα περνούσα πλάι της, σχεδόν θα την άγγιζα στην έξοδό μου από το ιατρείο. Τελείωσα με τη συνταγογράφηση, μπήκαν οι απαραίτητες υπογραφές και οι σφραγίδες, χαιρέτησα και γύρισα να φύγω.
Καθώς περνούσα πλάι της, άπλωσε το απαλό της χέρι πιάνοντας το δικό μου σχεδόν με στοργή και μου ψιθύρισε γέρνοντας ελαφρώς πάνω μου, με την γαλήνια φωνή της:
"Να πιστεύεις! Αυτό, από μόνο του, αρκεί."